Wednesday, June 11, 2008

ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑ ΘΑ ΠΑΙΞΟΥΝ ΣΤΟΝ ΤΕΛΙΚΟ ΤΟΥ EURO 2008

Τις μέρες αυτές όλη η Ευρώπη κι όχι μόνο βρίσκεται καθηλωμένη, μπροστά στους τηλεοπτικούς της δέκτες, τουλάχιστον όσων αφορά τα εκατομμύρια εκείνων, που δεν μπορούν να βρεθούν σε Αυστρία και Ελβετία, όπου και διεξάγεται η τελική φάση του Euro 2008. Στα γήπεδα λοιπόν, όχι μόνο η Ελλάδα, κατά τον Διονύση Σαββόπουλο, αλλά και η γείτονας μας Τουρκία, αναστενάζει, αφού αμφότερα τα αντιπροσωπευτικά συγκροτήματα των δύο χωρών, συμμετέχουν στα τελικά της διοργάνωσης. Μάλιστα οι δύο ομάδες ήταν αυτές που κατάφεραν να κερδίσουν το «εισιτήριο», για την δεύτερη τη τάξη μεγαλύτερη γιορτή του παγκοσμίου ποδοσφαίρου μετά το μουντιάλ, συμμετέχοντας στον ίδιο προκριματικό όμιλο. Κάνοντας μία μικρή αναδρομή, στην όλη διαδικασία που προηγήθηκε, μέχρι να φτάσουν οι δύο χώρες να αγωνίζονται στα γήπεδα της Αυστρίας και της Ελβετίας, ασφαλώς και θα σταθούμε στις δύο αναμεταξύ τους αναμετρήσεις.

Όχι απλά ένα παιχνίδι

Σαφώς και μία ελληνοτουρκική αναμέτρηση, έστω και αθλητικού επιπέδου, πόσο μάλλον όταν αυτή διεξάγεατι εντός του ποδοσφαιρικού τερέν, πάντα κεντρίζει το ενδιαφέρων και ξεσηκώνει τα πάθη αλλά ακόμη και τα μίση σε σημαντικά κομμάτια του πληθυσμού των δύο λαών. Γιατί όμως το ποδόσφαιρο; Γιατί το ποδόσφαιρο, είναι το άθλημα που παίζεται περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο στη γη. Είναι τόσο ισχυρή και πολυεπίπεδη η επίδρασή του στη κοινωνία που δεν μας επιτρέπει να το προσπερνάμε έτσι εύκολα. Κι αυτή του ακριβώς η επίδραση, είναι που κάνει τα πράγματα να ξεφεύγουν από τους αγωνιστικούς χώρους και το παιχνίδι σιγά σιγά , παύει να είναι απλά ένα παιχνίδι. Από αριστοκρατική ψυχαγωγία που ήταν στο ξεκίνημά του μετατράπηκε στο πιο λαοφιλές άθλημα για την εργατική τάξη. Οι πρώτες λαϊκές ομάδες είναι οργανωμένες από εργάτες σε σιδηροδρομικούς σταθμούς λιμάνια μεταλλεία.

Έτσι βάδιζε ανέκαθεν το ποδόσφαιρο, με τις αντιφατικές του πλευρές, όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, φτάνοντας στη σημερινή μορφή όπου οι ποδοσφαιριστές είναι καλολαδωμένες μηχανές που μπαίνουν στο παιχνίδι με αυστηρές οδηγίες, μοιάζουν περισσότερο με μοντέλα παρά με αθλητές, κάνοντας τα πάντα για τη νίκη . Πόσο μάλλον όταν αυτή η νίκη η ήττα μπορεί να έρθει κάτω από το βάρος μία «εθνικής φανέλας»

Ποδόσφαιρο και πολιτική

Το ποδόσφαιρο εμφανίζεται κατά περιόδους να λειτουργεί ως υποκατάστατο της πολιτικής και αξιοποιείται για πολιτικές επιδιώξεις που επενδύουν στον εθνικισμό και στο σωβινισμό. Ο χαρακτήρας του παιχνιδιού, που το καθιστά εκπρόσωπο τον τοπικών, περιφερειακών και εθνικών συλλογικοτήτων, γίνεται ευεπίφορο “όπλο” στα χέρια όσων θέλουν να προωθήσουν πολιτικές επιλογές αποκοιμίζοντας τις μάζες ή ακόμα χειρότερα, κατευθύνοντάς τες μεθοδευμένα σε αντιδραστικές ατραπούς μέσω του φανατισμού. Κάτι που βέβαια ισχύει και στο σύνολο του αθλητισμού. Αρκεί να θυμηθούμε τη ναζιστική Ολυμπιάδα του 1936 στο Βερολίνο, τα μποϊκοτάζ των Ολυμπιακών Αγώνων στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, την τρομοκρατική επίθεση στους Ολυμπιακούς του Μονάχου το 1972. Και το ποδόσφαιρο, ειδικότερα, έχει δώσει πολλές φορές τη δυνατότητα να εκφραστούν πολιτικές, κοινωνικές και εθνικές αντιθέσεις. Ο Μουσολίνι, για παράδειγμα, χρησιμοποίησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934 για την προώθηση του φασιστικού ιδεώδους και της προσωπικής του ισχύος. Το 1970 εξάλλου ξέσπασε πραγματικός πόλεμος με χιλιάδες νεκρούς με αφορμή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ Ονδούρας και Σαλβαδόρ στα προκριματικά του Μουντιάλ.

Από την άλλη τα κράτη κι αυτό δεν είναι τωρινό φαινόμενο επενδύουν στις αθλητικές τους επιτυχίες με οποιοδήποτε κόστος κι αν έρχονταν αυτές, πρόσφατο και το παράδειγμα με το σκάνδαλο του ντόμπινγκ στην Άρση Βαρών. Πέρα από τα εθνικά σύμβολα που κυριαρχούν στις κερκίδες, στο γήπεδο μεταφέρονται συμβολικά οι εθνικές συγκρούσεις. Παραδοσιακοί «εχθροί» ξαναζούν μέσα από τον ποδοσφαιρικό αγώνα την αντιπαλότητά τους. Τα «αδύναμα» έθνη βρίσκουν την ευκαιρία μέσα από μια ποδοσφαιρική νίκη να νιώσουν ότι νικούν και ταπεινώνουν τον «ισχυρό» τους αντίπαλο - όπως συνέβη με τους αγώνες Ιράν-ΗΠΑ στο μουντιάλ του 1998 ή Γαλλίας-Σενεγάλης στο παγκόσμιο κύπελλο του 2002. Το γκολ βιώνεται ως πράξη εθνικής αξιοπρέπειας. Με αυτόν τον τρόπο προπαγανδίζετε μια φαντασιακή εύρυθμη εσωτερική λειτουργία του κάθε κράτους και ταυτόχρονα, προσφέρεται στον απλό φίλαθλο, ένα στρεβλό αίσθημα ομοιογένειας κι εθνικής ανάτασης όπως π.χ συνέβη και το 2004 όταν η Εθνική Ελλάδας στέφθηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης, «κατεβάζοντας», μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού της χώρας μας στους δρόμους.."

Ποδοσφαιρική διπλωματία

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί το ποδόσφαιρο για την προώθηση διμερών σχέσεων συνεργασίας μεταξύ κρατών και φιλειρηνικής πολιτικής. Κάτι που ίσως πλέον πολλοί να μην θυμούνται είναι ότι Ελλάδα και Τουρκία διεκδίκησαν από κοινού την διεξαγωγή της τελικής φάση του Euro 2008, πίσω στο 2000, μία κίνηση κατά πολλούς ενταγμένης, στην «μεταδιπλωματία»… των σεισμών. Βέβαια οι δύο χώρες από το 1999 και μετά εισήλθαν σε μία νέα φάση προσέγγισης κι ίσως η συνδιοργάνωση ενός αθλητικού γεγονότος, ή έστω η διεκδίκηση του, ήταν κι ένα μέρος της πολιτικής σύμπραξης των γειτονικών κρατών. Και τότε η κίνηση αυτή, είχε γίνει δεκτή από μερίδα του κόσμου αλλά και των μέσων ενημέρωσης, το λιγότερο «μουδιασμένα», αφού κατά πολλούς το θέμα ήταν πολιτικό και δεν μπορούσε να παραμεριστεί για χάριν του αθλητισμού, εντάσσοντας μέσα στο παιχνίδι και την Κύπρο, αλλά κι όλα τα εθνικά ζητήματα που χώριζαν και χωρίζουν τις δύο χώρες. Αντιδράσεις φυσικά υπήρξαν κι από την πλευρά των Τούρκων κι έτσι οι μόνοι που ουσιαστικά φάνηκαν πραγματικά να υποστηρίζουν το όλο εγχείρημα ήταν οι ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες των δύο χωρών. Αξίζει όμως να σημειωθεί πως την πρόταση για συνδιοργάνωση είχε καταθέσει αρχικά η Τουρκική Ομοσπονδία, για να λάβει την αρνητική απάντηση της αντίστοιχης ελληνικής και να επανέλθει εκ νέου με νέα βελτιωμένη πρόταση, θυμίζοντας κατά κάποιο τρόπο διπλωματικές διαπραγματεύσεις με οφέλη αλλά και «παραχωρήσεις». Έτσι ίσως η απάντηση στο αρχικό ερώτημα να είναι αρνητική . Το ποδόσφαιρο εκπροσωπεί τις αξίες των σύγχρονων κοινωνιών που τονίζουν τον συναγωνισμό, την επίδοση και την ισότητα των ευκαιριών. Έχει χαρακτηριστεί «όπιο του λαού» και έχει περιγραφεί ως «σύγχρονη θρησκεία», όπου τα γήπεδα λειτουργούν ως σύγχρονοι «καθεδρικοί ναοί». Οι μεταφορές αυτές προσπαθούν στην ουσία να ερμηνεύσουν την έντονη συναισθηματική εμπειρία του θεατή ενός ποδοσφαιρικού αγώνα, το συναρπαστικό συλλογικό βίωμα της κερκίδας, το πάθος και την αφοσίωση του οπαδού της ομάδας. Άρα εκ προοιμίου θα φάνταζε πολύ δύσκολη μία σύμπλευση Ελλήνων και Τούρκων με φόντο τον αγώνα

Εν αρχή ήτο ο Παναθηναϊκός

Έτσι λοιπόν συνειδητά ή ασυνείδητα μια αναμέτρηση Ελλάδας Τουρκίας, για πολλούς δεν μπορεί να φαντάζει ως απλά και ένα μόνο παιχνίδι. Στην αρχή λοιπόν ήταν ο Παναθηναϊκός και λίγο πριν την αρχή ο Άρης στο Μπάσκετ. όταν στον τελικό του κυπέλλου κυπελλούχων ομάδων μπάσκετ στο Τορίνο το 1993 με αντίπαλο την Εφές Πίλσεν, λίγο μετά την λήξη της αναμέτρησης παίκτες και φίλαθλοι των δύο ομάδων αντί χειραψίας αντάλλαξαν μπουνιές και κλωτσιές. Ποδοσφαιρικά ουδέποτε σε εθνικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο ομάδες από τις δύο χώρες «συγκρούστηκαν» σε επίσημη διοργάνωση. Για να φτάσουμε στις 31Οκτωβρίου του 2002 όπου Παναθηναϊκός καλείτε να αντιμετωπίσει στην Κωνσταντινούπολη την ΦενέρΜπαχτσέ στα πλαίσια του Κυπέλλου Ουέφα. Αυτή πρόκειται να είναι και η πρώτη διασυλλογική αναμέτρηση ανάμεσα σε ομάδες των δύο χωρών. Αμφότερες οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας δίνουν ιδιαίτερη βάση στην συγκεκριμένη αναμέτρηση, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι μαζί με την αποστολή του Παναθηναίκού μεταβαίνουν στην Τουρκία και ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Παπανδρέου, ο Υπουργός Πολιτισμού, Ευάγγελος Βενιζέλος και ο Υφυπουργός Αθλητισμού, Γιώργος Λιάνης. Σα να επρόκειτο και διπλωματική αποστολή της οποίας προΐστατο όχι κάποιος Έλληνας πολιτικός αλλά η ομάδα του Παναθηναϊκού. Στο «περιθώριο» της συνάντησης οι πρόεδροι των ποδοσφαιρικών ομοσπονδιών Ελλάδας και Τουρκίας, οι πρόεδροι της Φενέρ Μπαχτσέ και του Παναθηναϊκού, οι προπονητές και οι αρχηγοί των δύο ομάδων υπέγραψαν τη διακήρυξη της Ολυμπιακής Εκεχειρίας σε αίθουσα του σταδίου της τουρκικής ομάδας, ενώ ταυτόχρονα συζητήθηκαν και θέματα που αφορούσαν την συνδιοργάνωση του Euro 2008. Σε αντίθεση όμως με το πολιτικό κλίμα, το αθλητικό δεν ήταν ανάλογο, με επεισόδια κι αντεγκλήσεις ανάμεσα στους οπαδούς των δύο ομάδων, με εθνικό πάντα υπόβαθρο. Λίγο πριν την έναρξη της αναμέτρησης οι υπουργοί εξωτερικών των δύο χωρών Γιώργος Παπανδρέου και Σουκρού Σινά Γκιουρέλ, πραγματοποιούν μία βόλτα εντός του αγωνιστικού χώρου χαιρετώντας το κοινό που βρισκόταν στις κερκίδες του Σουκρού Σαράτσογλου και την στιγμή που περνούν μπροστά από τους οπαδούς του Παναθηναϊκού, δέχονται μπουκάλια καρέκλες, ενώ ταυτόχρονα ολόκληρη η «ποδοσφαιροδιπλωματική» φιέστα απειλείται κι υπουργοί και λοιποί επίσημοι, εγκαταλείπουν άρον άρον την βόλτα τους.

Μου ξανάρχονται ένα ένα χρόνια δοξασμένα…

Κατά έναν λοιπόν «μαγικό» τρόπο ελληνικές και τουρκικές ομάδες δεν «διασταύρωναν τα ξίφη τους» σε ποδοσφαιρικό επίπεδο και οι όποιες αναμετρήσεις όλο αυτό το χρονικό διάστημα περιοριζόταν σε φιλικό επίπεδο. Για να φτάσουμε στις 8 Σεπτεμβρίου του 2004, όπου η εθνική Ελλάδας θα υποδεχθεί την αντίστοιχη της Τουρκίας, για πρώτη φορά στην ιστορία των δύο συγκροτημάτων, στα πλαίσια της προκριματικής φάσης για τα τελικά του παγκοσμίου κυπέλλου ποδοσφαίρου του 2004. Οι μνήμες από τα γεγονότα του 2002 επανήλθαν και γενικότερος ο συναγερμός που έχει ξεσπάσει στις τάξεις και των δύο πλευρών οι οποίες μέσω του παιχνιδιού, «ξαναφρεσκάρουν» την ιστορική τους μνήμη, την άλωση, την μικρασιατική καταστροφή, τα γεγονότα στο φανάρι το 1955, την Κύπρο κ.ο.κ. Το γήπεδο και ιδίως οι ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις είναι εξ ορισμού το ευνοϊκότερο πεδίο για να τιναχτεί στον αέρα κάθε απόπειρα συμφιλιωτικής προσέγγισης οποιωνδήποτε αντιπάλων -και πολύ περισσότερο αν πρόκειται για "προαιώνιους εχθρούς".

Μια ματιά στο περιεχόμενο της υπερβολικά εκτεταμένης δημοσιογραφικής κάλυψης του αγώνα ΠΑΟ-Φενερμπαχτσέ επιβεβαιώνει ότι ο χουλιγκανισμός δεν είναι μια μεμονωμένη συμπεριφορά που περιορίζεται σε ένα τμήμα των κερκίδων. Ουσιαστικό μέρος της ποδοσφαιρικής ιεροτελεστίας είναι η ιδεολογική προετοιμασία των οπαδών της κάθε πλευράς με στόχο την όσο το δυνατό ισχυρότερη προσβολή της άλλης. Η μισαλλοδοξία και η βία (συμβολική και πραγματική) αποτελούν συστατικά στοιχεία της "μαγείας του ποδοσφαίρου". Κατά τη διεξαγωγή του αγώνα, την κορυφαία στιγμή του "πολέμου", είναι επόμενο να βγουν στο προσκήνιο όλα τα όπλα κατά του αντιπάλου, όσο πρωτόγονα και άθλια κι αν είναι, αρκεί να συμβάλουν στην ταπείνωση και τη συντριβή του. Αυτή δεν είναι μια περιθωριακή διαδικασία. Όπως είναι γνωστό, αναφέρεται και απασχολεί μεγάλα τμήματα της κοινωνίας ανάλογα με τη "σπουδαιότητα" του κάθε ποδοσφαιρικού αγώνα και επιπλέον συγκροτεί μια αποδοτική οικονομική και πολιτική «μπίζνα». Στις περιπτώσεις, επομένως, που η "σπουδαιότητα" ενός αθλητικού αγώνα συναρτάται με αυτονόητα εθνικά στερεότυπα τότε δεν έχουμε παρά να περιμένουμε έντονη φόρτιση, γενίκευση του χουλιγκανισμού και στο τέλος άφθονα αίματα και ψέματα- τα οποία θα πουλήσουν όσο όσο κίτρινα ΜΜΕ και οι λοιπές εθνικό-δημαγωγικές δυνάμεις.

Τα λάβαρα του πολέμου

Η «χουλιγκανική» εθνικιστική μισαλλοδοξία απλώνεται με τη μια ή την άλλη μορφή στα ΜΜΕ (και συνεπώς στα πλήθη που επηρεάζονται απ' αυτά), ακολουθώντας τους αταβιστικούς μηχανισμούς που γεννά κάθε ποδοσφαιρική αναμέτρηση τέτοιας "σπουδαιότητας" για την οποία τα Μέσα υποχρεώνονται να πάρουν θέση -αν θέλουν να κρατήσουν την επαφή τους με το κοινό. Είναι λοιπόν ποτέ δυνατόν να υπάρξει "αντικειμενική" ματιά όταν μιλάμε για ελληνοτουρκική αθλητική αναμέτρηση; Εν τέλει τα δύο παιχνίδια μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας λήγουν ισόπαλα χωρίς τέρματα και φάσεις και τους φίλους των δύο ομάδων να περιορίζονται σε ύβρεις και σε γιουχαϊσματα» στην ανάκρουση των εθνικών ύμνων πριν από την έναρξη των αναμετρήσεων.

Στις 24 Μαρτίου του 2007, παραμονή του εορτασμού της επανάστασης του 1821 και της απελευθέρωσης από τους Τούρκους η Εθνική Ελλάδας «καλείται» εκ νέου να αποτινάξει από πάνω της τον τουρκικό, ποδοσφαιρικό αυτή την φορά «ζυγό» . Οι συνειρμοί δεδομένοι ωστόσο οι παίκτες του Ότο Ρεχάγκελ, δεν μιμούνται σε καμία «περίπτωση» τους προγόνους τους και γνωρίζουν την βαριά και «ταπεινωτική» ήττα με 4-1 μέσα σε ελληνικό έδαφος. Αποτέλεσμα, ξύλο στις κερκίδες μεταξύ Ελλήνων φιλάθλων αμέτρητα τηλεοπτικά πάνελ με τους πολιτικούς να δεσπόζουν ως ειδικοί κι αναλυτές των αιτίων της ήττας ατελείωτο μελάνι στις εφημερίδες για την «εθνική ντροπή». Στην αντίπερα όχθη οι παίκτες του Φατίχ Τερίμ γίνονται δεκτοί ως ήρωες. Στον επαναληπτικό της 17ης του Οκτώβρη του ίδιου έτους, το αποτέλεσμα είναι το αντίθετο, με την Ελλάδα να επικρατεί με 1-0 των Τούρκων, αλλά τα όσα επακολούθησαν της αναμέτρησης ακριβώς τα ίδια, απλά με αλλαγμένους τους ρόλους των πρωταγωνιστών στα δύο «στρατόπεδα». Εν τέλει αμφότερα τα δύο συγκροτήματα κατάφεραν να επιτύχουν τον στόχο τους που ήταν η πρόκριση στα τελικά του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος. Εκεί όπου η μοναδική πιθανότητα οι δύο ομάδες να ξανασυναντηθούν, με βάση τις διασταυρώσεις μετά το πέρας των ομίλων είναι ο τελικός της 29ης Ιουνίου. Ένα πραγματικά «σατανικό» σενάριο αλλά μέχρι τότε τα λάβαρα του πολέμου μπορούν να παραμείνουν θαμμένα …

No comments: